προάστιο
Ορισμοί
τα περίχωρα μιας πόλης: τοποθεσία ή οικισμός δίπλα σε μεγάλη πόλη ή μεγαλούπολη
Ισοδύναμα
8 more languages
العربيةضاحية
Esperantoĉirkaŭurbo
日本語郊外
한국어교외
Lietuviųpriemiestis
Nederlandsbuitenwijk
Polskiprzedmieście
Slovenčinapredmestie
Παραδείγματα
“η Κηφισιά είναι ένα ακριβό προάστιο της Αθήνας”
“ένταση και επεισόδια στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free