Σημασία του πρησμένη | Babel Free
pɾizˈmeniΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρησμένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είχε πρησμένη τη γάμπα μετά το ατύχημα.”
Her calf was swollen after the accident.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free