Meaning of πράα | Babel Free
/ˈpɾa.a/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πράος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πράο) του πράος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.