Meaning of πούλος | Babel Free
ˈpu.losΟρισμοί
- ανδρικό όνομα
-
το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο vulgar
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πούλου)
- δημοτική (παρωχημένο):
- ο νεοσσός του πτηνού και ιδίως της κότας, το κοτοπουλάκι
- το φυτό του είδους Mοίκων η ροιάς (Papaver rhoeas), η κοινή παπαρούνα
Ισοδύναμα
English
dick
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.