πουντιάζω
Ορισμοί
-
παθαίνω πνευμονικό κρυολόγημα intransitive
-
κάνω κάποιον να πάθει κρυολόγημα transitive
Παραδείγματα
“※ Λόγω κρύου, όσες κυρίες πρόλαβα να δω βρίσκονταν γύρω από μια σόμπα για να μην πουντιάσουν. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free