Meaning of ποτάμια | Babel Free
/po.taˈmɲa/Ορισμοί
- το ποτάμι μαζί με τη γύρω από αυτό κοντινή περιοχή
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ποταμιάς
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ποταμιάς accusative, genitive, singular, vocative
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτάμι
Παραδείγματα
“Μέση Ποταμιά, Κάτω Ποταμιά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.