ποσοδείκτης
Ορισμοί
- λέξη που εκφράζει ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποσοτικός προσδιορισμός, όπως οι λέξεις: πολλά, λίγα, δέκα
- ένα από τα δύο σύμβολα, τα οποία δηλώνουν ποσότητα, όπως ο υπαρκτικός ποσοδείκτης (∃) και ο καθολικός ποσοδείκτης (∀)
- είναι ένα από τα σύμβολα που δηλώνουν το πλήθος των χαρακτήρων προς αναζήτηση (ταίριασμα) σε μια συμβολοσειρά
Ισοδύναμα
20 more languages
العربيةمُحَدِدْ الْكَمِيَّةْ
Bosanskikvantifikator
Češtinakvantifikátor
עבריתכמת
Hrvatskikvantifikator
Italianoquantificatore
한국어양화
Nederlandskwantor
Polskikwantyfikator
Portuguêsquantificador
Românăcuantificator
Српскиkvantifikator
Türkçeniceleme
Tiếng Việtlượng từ
中文量詞
繁體中文量詞
Παραδείγματα
“ποσοδείκτες κανονικών εκφράσεων”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free