Meaning of ποντικός | Babel Free
/pon.diˈkos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ποντικού)
- μικρό τρωκτικό ζώο, το ποντίκι
- νησίδα του Αργοσαρωνικού
-
ο διαρρήκτης figuratively
Ισοδύναμα
English
mouse
Παραδείγματα
“συνελήφθη ο ποντικός των Εξαρχείων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.