Meaning of ποντικότρυπα | Babel Free
Ορισμοί
- τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς
-
η ποντικοφωλιά, η φωλιά του ποντικιού broadly
-
μικρός σε μέγεθος και στενός χώρος (δωμάτιο, διαμέρισμα κ.λπ.) figuratively, offensive
Παραδείγματα
“το σπίτι του είναι ποντικότρυπα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.