πομπός
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο
- πηγή που εκπέμπει σε οποιαδήποτε μορφή ένα μήνυμα με προορισμό έναν δέκτη
- ότι παράγει μήνυμα, σήμα, πληροφορία
Ισοδύναμα
24 more languages
Catalàtransmissor
Češtinavysílač
Gaeilgetarchuradóir
हिन्दीप्रेषी
Հայերենհաղորդիչ
Bahasa Indonesiapemancar
Íslenskasendir
Македонскипренесувач
Portuguêstransmissor
Românătransmițător
Русскийпередатчик
Svenskasändare
Παραδείγματα
“συντομογραφία: TX”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free