πολύποδας
Ορισμοί
- υδρόβιο κοιλεντερωτό ζώο, που ανήκει στα ζωόφυτα, με σώμα που έχει πολλά πόδια που ξεκινούν γύρω από το στόμα.
- μικρό ογκίδιο το οποίο είναι προσκολλημένο στο βλεννογόνο του οργάνου στο οποίο βρίσκονται. Τις περισσότερες φορές είναι καλοήθες στη διάγνωσή του, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται να είναι κακοήθες. Τις περισσότερες φορές, εντοπίζεται σε όργανα όπως λάρυγγας, ιγμόρεια, χοληδόχος κύστη, ουροδόχος κύστη και παχύ έντερο. Κατά κανόνα, όλοι οι πολύποδες που παρουσιάζονται οπουδήποτε στο ανθρώπινο σώμα πρέπει να αφαιρούνται προληπτικά και να στέλλονται για ιστολογική εξέταση, η οποία και καθορίζει οριστικά κατά πόσον ο αφαιρεθείς πολύποδας, είναι καλοήθης ή κακοήθης.
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free