Meaning of πολυ- | Babel Free
/po.li/Ορισμοί
- μεγάλη ποσότητα ή επανάληψη
- ότι έχει συμβεί πολλές φορές εκείνο που δηλώνει το β΄ συνθετικό ή έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του
- ότι υπάρχει παρουσία πολλών χαρακτηριστικών που δηλώνονται από το β΄συνθετικό
- επανάληψη (με αρνητική, μετριαστική σημασία)
- πολλαπλές συνδυασμένες ιδιότητες ή δυνατότητες
- παθολογικά μεγάλη ανάπτυξη των στοιχείων που δηλώνει το β΄συνθετικό
- εξάπλωση μιας ασθένειας στο σώμα
- πολυμερής οργανική ένωση
Παραδείγματα
“(με παθητικές μετοχές παρακειμένου) πολυαγαπημένος, πολυδιαβασμένος”
“(με ρηματικά παράγωγα) πολυμαθής, πολυλογάς”
“(ως υπερβολή) πολυφορεμένος”
“πολυπρόσωπος”
“δεν μου πολυαρέσει, δεν πολυκατάλαβα”
“πολυκατάστημα, πολυμίξερ, πολυβιταμίνη”
“πολυδακτυλία”
“πολυαρθρίτιδα”
“πολυαιθυλένιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.