πολλαπλά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλό
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Το φάρμακο έχει πολλαπλά οφέλη για την υγεία.”
The medicine has multiple benefits for health.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free