HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ποδαρικό | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. το πρώτο ανθρώπινο πάτημα σε σπίτι ή το μαγαζί, σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ.
  2. η τύχη, καλή ή κακή, που πιστεύεται από το λαό ότι φέρνει ο πρώτος άνθρωπος που μπαίνει στο σπίτι ή το μαγαζί σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ.
    broadly
  3. η βάση ενός στύλου ή άλλης κατακόρυφης κατασκευής
  4. το πόδι ενός επίπλου
  5. εξάρτημα του αργαλειού που πατιέται με το πόδι

Παραδείγματα

“ποδαρικό κάνουμε πάντα με το δεξί”
“πολύ γουρλής αυτός ο άνθρωπος, όπου έκανε ποδαρικό όλα πήγανε κατ' ευχή”
“Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ποδαρικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course