Σημασία του ποδαρικό | Babel Free
Ορισμοί
- το πρώτο ανθρώπινο πάτημα σε σπίτι ή το μαγαζί, σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ.
-
η τύχη, καλή ή κακή, που πιστεύεται από το λαό ότι φέρνει ο πρώτος άνθρωπος που μπαίνει στο σπίτι ή το μαγαζί σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ. broadly
- η βάση ενός στύλου ή άλλης κατακόρυφης κατασκευής
- το πόδι ενός επίπλου
- εξάρτημα του αργαλειού που πατιέται με το πόδι
Παραδείγματα
“ποδαρικό κάνουμε πάντα με το δεξί”
“πολύ γουρλής αυτός ο άνθρωπος, όπου έκανε ποδαρικό όλα πήγανε κατ' ευχή”
“Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free