Meaning of πνίγος | Babel Free
Ορισμοί
τμήμα της παράβασης στην αρχαία κωμωδία, το οποίο εκφέρεται απνευστί, χωρίς σταμάτημα, με γρήγορη εκφορά (που σε πνίγει γιατί δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα)
Παραδείγματα
“※ Κομμάτιον, Ανάπαιστοι και Πνίγος απάρτιζαν το πρώτο, ενιαίο, αστροφικό μέρος της Παράβασης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.