πλωτάρχης
Ορισμοί
βαθμός ανώτερου αξιωματικού στο πολεμικό ναυτικό / λιμενικό σώμα, αντίστοιχος του ταγματάρχη στο στρατό ξηράς
Ισοδύναμα
8 more languages
Παραδείγματα
“Ο πλωτάρχης ανέλαβε τη διοίκηση της φρεγάτας.”
The lieutenant commander took command of the frigate.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free