HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλυστικά | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η αμοιβή για το πλύσιμο - καθαρισμό ρούχων, λευκών ειδών, κουρτινών κ.λπ., τα χρήματα που καταβάλλονται στο καθαριστήριο (ή, συνήθως παλαιότερα, στην πλύστρα)
    Demotic
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυστικό (ουσιαστικοποιημένο)

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλυστικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course