Meaning of πλυστικά | Babel Free
Ορισμοί
-
η αμοιβή για το πλύσιμο - καθαρισμό ρούχων, λευκών ειδών, κουρτινών κ.λπ., τα χρήματα που καταβάλλονται στο καθαριστήριο (ή, συνήθως παλαιότερα, στην πλύστρα) Demotic
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυστικό (ουσιαστικοποιημένο)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.