πλοήγηση
Ορισμοί
-
η οδήγηση ενός πλοίου από έμπειρο πλοηγό, προκειμένου να εισέλθει σ’ ένα επικίνδυνο για την ασφάλεια του πλοίου λιμάνι ή να εξέλθει απ’ αυτό literally
-
η οδήγηση ενός οποιουδήποτε οχήματος broadly
-
η καθοδήγηση ενός οδηγού κάποιου οχήματος με οπτικές ή ακουστικές ενδείξεις από ένα σύστημα, που μέσω δορυφορικών στιγμάτων βρίσκει τη θέση του οχήματος σ’ έναν ψηφιακό χάρτη broadly
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةملاحة
Azərbaycan dilidənizçilik
Българскинавигация
Bosanskiпловидба
Češtinanavigace
Ελληνικάναυσιπλοΐα
Esperantonavigado
Gaeilgeloingseoireacht
עבריתנווט
Hrvatskiпловидба
Magyarnavigáció
Bahasa Indonesianavigasi
Қазақ тілінавигация
Kurdînavîgasyon
Latinanāvigātiō
Polskinawigacja
Românănavigație
Српскипловидба
Παραδείγματα
“Near-synonym: (navigation by sea) ναυσιπλοΐα (nafsiploḯa)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free