Meaning of πλοήγηση | Babel Free
/ploˈi.ʝi.si/Ορισμοί
-
η οδήγηση ενός πλοίου από έμπειρο πλοηγό, προκειμένου να εισέλθει σ’ ένα επικίνδυνο για την ασφάλεια του πλοίου λιμάνι ή να εξέλθει απ’ αυτό literally
-
η οδήγηση ενός οποιουδήποτε οχήματος broadly
-
η καθοδήγηση ενός οδηγού κάποιου οχήματος με οπτικές ή ακουστικές ενδείξεις από ένα σύστημα, που μέσω δορυφορικών στιγμάτων βρίσκει τη θέση του οχήματος σ’ έναν ψηφιακό χάρτη broadly
Ισοδύναμα
English
navigation
Παραδείγματα
“Near-synonym: (navigation by sea) ναυσιπλοΐα (nafsiploḯa)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.