HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πλαστό

Επίθετο αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του πλαστός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλαστός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Η αστυνομία βρήκε ένα πλαστό διαβατήριο στην τσάντα του.”

The police found a fake passport in his bag.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πλαστό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free