πιτσιρίκια
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρίκι
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα πιτσιρίκια έπαιζαν ξένοιαστα στην αυλή.”
The little kids were playing carefree in the yard.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free