Meaning of πισινά | Babel Free
/piˈsi.na/Ορισμοί
- δεξαμενή με νερό, κατάλληλη για κολύμβηση
- άλλη μορφή του πισινός
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων στο νέο δημοτικό κολυμβητήριο!”
“Η νέα νομοθεσία θεωρεί φορολογικό τεκμήριο την κατοχή ιδιωτικής πισίνας.”
“≈ συνώνυμα: κολυμβήθρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.