Meaning of πιπερίνη | Babel Free
Ορισμοί
αζωτούχος οργανική ένωση που ανήκει είτε στα λιπίδια είτε στα αλκαλοειδή και η οποία αποτελεί ένα από τα καυστικά συστατικά του μαύρου ή του λευκού πιπεριού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.