πηγματίτης
Ορισμοί
μαγμαγματογενές χονδρόκοκκο πέτρωμα που περιέχει βόριο, λίθιο, ουράνιο και σπάνιες γαίες κ.λπ.
Ισοδύναμα
2 more languages
Suomipegmatiitti
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free