Meaning of πηγαδάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό πηγάδι
-
σύνολο, συγκεντρωμένων σε κύκλο, όρθιων ατόμων που κουβεντιάζουν (συνήθως αναφερόμενοι σε κάποιο πρόσφατο γεγονός) figuratively
Παραδείγματα
“αμέσως μετά οι παρευρισκόμενοι χωρίστηκαν σε πηγαδάκια και άρχισαν να σχολιάζουν την πρόταση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.