Meaning of πετιμέζι | Babel Free
/petiˈmezi/Ορισμοί
- ο συμπυκνωμένος χυμός που παίρνουμε μετά από το βράσιμο του μούστου
- ο χαρακτηρισμός για κάτι με υπερβολικά γλυκιά γεύση
Παραδείγματα
“※ Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. "Τι βράζετε εδώ;" ρώτησα. - "Πετιμέζι από καρπούζια". (Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1946)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.