HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πεταλιά | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάλι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. η κυκλική κίνηση του ποδιού πάνω σε πετάλι ποδηλάτου, μοτοποδηλάτου, ή θαλάσσιου ποδηλάτου
  4. κτύπημα με σιδερένιο πέταλο
  5. η ίδια κίνηση του ποδιού σε γυμναστική άσκηση
  6. ίχνος πετάλου στο έδαφος

Παραδείγματα

“Μια πεταλιά για τη ζωή, μια ανάσα για τη γη. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πεταλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course