Meaning of πεταλιά | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάλι accusative, nominative, plural, vocative
- η κυκλική κίνηση του ποδιού πάνω σε πετάλι ποδηλάτου, μοτοποδηλάτου, ή θαλάσσιου ποδηλάτου
- κτύπημα με σιδερένιο πέταλο
- η ίδια κίνηση του ποδιού σε γυμναστική άσκηση
- ίχνος πετάλου στο έδαφος
Παραδείγματα
“Μια πεταλιά για τη ζωή, μια ανάσα για τη γη. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.