Meaning of περκάλι | Babel Free
Ορισμοί
λεπτό ύφασμα, συνήθως για σεντόνια ή πουκάμισα, είτε από βαμβάκι, είτε από μίγμα βαμβακιού - πολυεστέρα
Παραδείγματα
“※ Το πανωφόρι σκέπαζε πίσω σχεδόν ολόκληρη την μακριά πολύπτυχη φουστανέλλα από άσπρο περκάλι. (Κυριάκος Σιμόπουλος, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21, 1979, σελ. 301)”
“※ Μαξιλάρι ύπνου με κάλυμμα από βαμβακερό περκάλι και γέμισμα από... (από εμπορική ιστοσελίδα, ανακτήθηκε στις 4/2/2024)”
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.