Meaning of περίσσος | Babel Free
/pe.ɾiˈsos/Ορισμοί
- άλλη μορφή του περίσσιος
- συνώνυμο του περίσσιος, σε αφθονία
- περισσότερος απ' ό,τι είναι αναγκαίο, περιττός
Παραδείγματα
“※ "Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,”
“δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες”
“γλήγορα και να πιάσουμε κάτω 'ς την Αλαμάνα,”
“που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια".”
“στην έκφραση: ως εκ περισσού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.