πεντάνιο
Ορισμοί
οργανική χημική ένωση (μοριακός τύπος C₅H₁₂), άκυκλος κορεσμένος υδρογονάνθρακας (αλκάνιο), που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό, σε λιπαντικά κ.λπ., ενώ αποτελεί και ένα από τα συστατικά της βενζίνης
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free