πεινώ
Ορισμοί
νιώθω ως σωματική αίσθηση την ανάγκη να φάω
Ισοδύναμα
6 more languages
Παραδείγματα
“Όταν πεινώ, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά.”
When I am hungry, I cannot concentrate on my work.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free