Meaning of πείσμα | Babel Free
/ˈpi.zma/Ορισμοί
- η επιμονή, η ανυποχώρητη στάση
- η επίδειξη μιας θυμωμένης στάσης για νάζι
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κάνω πείσματα”
to act up, to throw tantrums
“※ Σκας μουλάρι με το πείσμα σου. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
“του κάνει πείσματα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.