HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παυσίπονο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

: φάρμακο που σταματάει ή μειώνει τον πόνο

Ισοδύναμα

34 more languages
Afrikaanspynstiller
Catalàanalgèsic
Cymraegpoenladdwr
فارسیمسکن
Հայերենցավազրկող
한국어진통제
Македонскианалгетик
Portuguêsanalgésico
Românăanalgezic
中文鎮痛劑
繁體中文鎮痛劑

Παραδείγματα

“Πήρε ένα παυσίπονο για τον πονοκέφαλό της.”

She took a painkiller for her headache.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παυσίπονο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free