παρτάκιας
Ορισμοί
άτομο που ενεργεί εγωκεντρικά, προτάσσοντας πάντοτε το προσωπικό του συμφέρον εις βάρος της συνεργασίας ή της κοινής ωφέλειας
familiar, offensive
Παραδείγματα
“※ Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που ʼναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, εκδ. Ακακία, 2013 https://www.google.gr/books/edition/Μνήμες_Σκοτεινά_Αναδυ/Jr60BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free