παράθημα
Ορισμοί
πρόσφυμα, γλωσσικό στοιχείο το οποίο προστίθεται στην αρχή (το πρόθημα), στο μέσο (το ένθημα) ή στο τέλος (το επίθημα) της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξης ή την κλίση της
Ισοδύναμα
15 more languages
Catalàdesinència
Danskendelse
DeutschEndung
Suomitaivutuspääte
Gaeilgefoirceann
Magyarrag
Íslenskaending
Italianodesinenza
Монголнөхцөл
Nederlandsuitgang
Polskikońcówka
Portuguêsdesinência
Русскийокончание
Svenskaändelse
Українськазакінчення
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free