Meaning of πανωγόμι | Babel Free
Ορισμοί
πρόσθετο φορτίο στο σαμάρι (στην ράχη) του ζώου που δρα ως ισορροπιστικό βάρος, στερεωτική σφήνα μεταξύ των κρεμάμενων φορτίων στα πλαϊνά. Μπαίνει πάνω ακριβώς στο σαμάρι του φορτωμένου ζώου και γεμίζει το κενό που αφήνουν οι δύο «μεριές»
Παραδείγματα
“※ να το 'να το πλευρό, να και τάλλο το πλευρό, να και το πανωγόμι (Νικόλαος Πολίτης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.