HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πανίσχυρο

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του πανίσχυρος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πανίσχυρος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Έφτιαξαν ένα πανίσχυρο υπολογιστή για την έρευνα.”

They built a super-powerful computer for the research.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πανίσχυρο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free