Meaning of πανέλ | Babel Free
/ˈpa.nel/Ορισμοί
- ομάδα ανθρώπων που είναι (ή θεωρούνται) ειδήμονες σε κάποιο θέμα κι έχουν κληθεί για να μιλήσουν σε μια δημόσια συζήτηση (π.χ. τηλεοπτική, συνεδριακή κ.λπ.) για αυτό
-
η συζήτηση που διεξάγεται από τα μέλη της παραπάνω ομάδας figuratively
- λεπτή πλάκα από διάφορα υλικά (γυαλί, μέταλλο, ξύλο, παζλ από πηχάκια), που καλύπτει μια επιφάνεια (συνήθως με παράθεση πολλών όμοιων πλακών) και χρησιμοποιείται για ποικίλες εφαρμογές
Παραδείγματα
“※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.”
“※ ηλιακά πάνελ που τοποθετούνται στην οροφή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/9/2010)”
“※ ηλιακή ενέργεια από φωτοβολταϊκά πάνελ (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/9/2010)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.