Meaning of παλαιστή | Babel Free
Ορισμοί
- βυζαντινή μονάδα μήκους, υποπολλαπλάσια του πήχη, ίση με το πλάτος παλάμης ενήλικου ατόμου,
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παλαιστής accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“η παλαιστή περιελάμβανε τέσσερις δακτύλους, έχοντας συνολικό μήκος 8,2 εκατοστόμετρα (κατά μετρολογία Ρόδου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.