Meaning of πακτώνω | Babel Free
Ορισμοί
- μισθώνω αγρό
- στερεώνω, ακινητοποιώ κάτι που είναι μπηγμένο στο έδαφος ή στον τοίχο ή σε άλλο αντικείμενο
- μπήγω κάτι στο έδαφος, για να σταθεροποιηθεί
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.