Meaning of παίζουνε | Babel Free
Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
- γ' πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος παίζω
- θα παίζουνε: γ' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος παίζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.