Σημασία του πέτσικος | Babel Free
Ορισμοί
- εκείνο το οπόιο είναι πλαστό, κίβδηλο.
- εκείνο το οποίο είναι φτιαγμένο από κακής ποιότητας ύφασμα.
Παραδείγματα
“αυτό το νόμισμα είνα πέτσικο δηλαδή παραχαραγμένο”
“ένα μπλε κοτλέ παντελόνι που είχα όταν ήμουν μικρός, ήταν πέτσικο και σκίστηκε τρεις μέρες μετά την αγορά του.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free