Meaning of πέσο | Babel Free
/ˈpe.so/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ονομασία νομίσματος διάφορων χωρών
Παραδείγματα
“※ H Koύβα θα προχωρήσει στην πρώτη υποτίμηση του πέσο από την επανάσταση του 1959 και στην κατάργηση του συστήματος των δύο νομισμάτων καθώς η κομμουνιστική κυβέρνηση της χώρας είναι αντιμέτωπη με τη χειρότερη κρίση μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.