Σημασία του πέρδικα | Babel Free
ˈpeɾ.ði.kaΟρισμοί
- πτηνό μετρίου μεγέθους, το οποίο μοιάζει με κότα κι έχει κοντό και στρογγυλό σώμα, κοντή ουρά και δυνατές φτερούγες. Χαρακτηριστικό είναι το κελάηδημά και το όλο καμάρι περπάτημά του. Θηρεύεται, επίσης, για το νόστιμο κρέας του.
- γυναικείο επώνυμο
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Περδίκας
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- (χαρακτηρισμός) γυναίκα με καμαρωτό παράστημα και περπάτημα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free