HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πέρδικα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈpeɾ.ði.ka/

Ορισμοί

  1. πτηνό μετρίου μεγέθους, το οποίο μοιάζει με κότα κι έχει κοντό και στρογγυλό σώμα, κοντή ουρά και δυνατές φτερούγες. Χαρακτηριστικό είναι το κελάηδημά και το όλο καμάρι περπάτημά του. Θηρεύεται, επίσης, για το νόστιμο κρέας του.
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Περδίκας
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  5. (χαρακτηρισμός) γυναίκα με καμαρωτό παράστημα και περπάτημα

Ισοδύναμα

English Partridge

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πέρδικα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course