Meaning of πέραμα | Babel Free
/ˈpe.ɾa.ma/Ορισμοί
-
το πέρασμα, ιδίως η διάβαση καθώς και το σημείο από το οποίο αυτή γίνεται rare
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
είδος βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο dated
- προάστιο του Πειραιά
Παραδείγματα
“※ Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲν τὸ πέραμα ἧτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΖ (1903))”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.