HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πέραμα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈpe.ɾa.ma/

Ορισμοί

  1. το πέρασμα, ιδίως η διάβαση καθώς και το σημείο από το οποίο αυτή γίνεται
    rare
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. είδος βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο
    dated
  4. προάστιο του Πειραιά

Παραδείγματα

“※ Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲν τὸ πέραμα ἧτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΖ (1903))”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πέραμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course