HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πέλετ | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈpe.let

Ορισμοί

είδος καυσίμου που φτιάχνεται από συσσωματώματα ξύλου (πριονίδι, ξακρίδια κ.ά.) αλλά κι από βιομάζα και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη σε ειδικές σόμπες ή καυστήρες

neologism

Ισοδύναμα

English pellet Pellet
Español egagrópila
Italiano grano pellet torta torta torta
Nederlands braakbal
Polski pelet pellet
Português pellet
Türkçe briket
Українська дробовий

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πέλετ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free