HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πέδιλο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈpeðilo/

Ορισμοί

  1. είδος υποδήματος, ανοιχτού (συνήθως) στο επάνω μέρος
  2. παρόμοιο υπόδημα ειδικής κατασκευής για συγκεκριμένες δραστηριότητες
  3. πεντάλι, πεντάλ, ποδόπληκτρο
  4. βάση
  5. η βάση μιας κολόνας οικοδομής, που αποτελεί τμήμα των θεμελίων
  6. αντίστοιχη βάση ανάλογου σκοπού, π.χ. που στηρίζει το κατάρτι ιστιοφόρου
  7. σχοινί με θηλιές που δένουν τα πόδια κάποιων ζώων για διάφορους λόγους

Ισοδύναμα

English Sandal

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πέδιλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course