Meaning of πέδιλο | Babel Free
/ˈpeðilo/Ορισμοί
- είδος υποδήματος, ανοιχτού (συνήθως) στο επάνω μέρος
- παρόμοιο υπόδημα ειδικής κατασκευής για συγκεκριμένες δραστηριότητες
- πεντάλι, πεντάλ, ποδόπληκτρο
- βάση
- η βάση μιας κολόνας οικοδομής, που αποτελεί τμήμα των θεμελίων
- αντίστοιχη βάση ανάλογου σκοπού, π.χ. που στηρίζει το κατάρτι ιστιοφόρου
- σχοινί με θηλιές που δένουν τα πόδια κάποιων ζώων για διάφορους λόγους
Ισοδύναμα
English
Sandal
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.