HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πάγιο

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. ποσό που χρεώνεται σταθερά σε κάθε λογαριασμό που αφορά κατανάλωση ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κατανάλωση και πόση
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιείται μακροχρόνια (ωφέλιμη ζωή παγίου) από μια οικονομική μονάδα (οικόπεδα, κτίρια, μηχανήματα, έπιπλα, μεταφορικά μέσα, ευρεσιτεχνίες, κτλ.)

Ισοδύναμα

9 more languages

Παραδείγματα

“πάλι αυξήσανε το πάγιο στο ρεύμα”
“Υπώνυμα: ενσώματο πάγιο, ασώματο πάγιο”
“δείτε τη λέξη: υπολειμματική αξία”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πάγιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free