Meaning of ούζο | Babel Free
/ˈu.zo/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ
Ισοδύναμα
English
Ouzo
Παραδείγματα
“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.