HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ούζο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈu.zo/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ

Ισοδύναμα

English Ouzo

Παραδείγματα

“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ούζο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course