HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ούζο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈu.zo

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ

Ισοδύναμα

Deutsch Ouzo
English Ouzo
Suomi ouzo
Français ouzo
Galego ouzo
Magyar űző
日本語 ウーゾ
한국어 우조
Nederlands ouzo
Polski ouzo
Português ouzo uzo
Русский у́зо
Türkçe uzo

Παραδείγματα

“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ούζο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free