HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οσμηρής | Babel Free

Adjective CEFR B1
/oˈzmi.ɾis/

Ορισμοί

  1. που αναδίδει οσμές, δυσώδης
    archaic, formal, rare
  2. γενική ενικού του οσμηρή
    genitive, singular

Παραδείγματα

“※ Πολλές θειούχες ενώσεις χρησιμοποιούνται ως οσμοθέτες στο φυσικό αέριο (και στο υγραέριο) λόγο του ότι είναι οσμήρες (Χρυσούλα Κέλλη, πτυχιακή εργασία, Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Μακεδονίας, 28/04/2021, σελ. 8 https://maredu.hcg.gr/modules/document/file.php/MAK264/%CE%95%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1%20-%20%CE%A6%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/SULFUR%20CAP.pdf)”
“※ Το άρωμα του οίνου προκύπτει από ένα πολύ μεγάλο αριθμό οσμηρών πτητικών ενώσεων οι οποίες διαφέρουν τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την προέλευσή τους, (Αθηνά Διαμαντή Μητροπούλου, Μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ επιλεγμένων οσμήρων πτητικών ενώσεων και πολυσακχαριτών ταννινών φλοιού και ταννινών γιγάρτων σε μοντέλο οίνου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Χημείας, μεταπτυχιακή διπλωματική διατριβή, 2007, σελ. 7 https://ikee.lib.auth.gr/record/101190/?ln=el)”
“※ Συλλογή- επεξεργασία οσμήρων ρευμάτων (οξειδωτικές πλυντρίδες, βιόφιλτρα, μετάκαυση) (Τόλιος Ιωάννης, Επεξεργασία υγρών αποβλήτων επεξεργασία ιλύoς στην εγκατάσταση λυμάτων Θεσσαλονίκης (Σίνδος), Σχολή Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 2016, σελ. 56 https://hellanicus.lib.aegean.gr/bitstream/handle/11610/19114/%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20-%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20%20.pdf?sequence=3)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οσμηρής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course