Meaning of ορχιδέα | Babel Free
/[oɾ.çiˈðe.a]/Ορισμοί
καλλωπιστικό μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Orchidaceae· φύεται κυρίως σε θερμό κλίμα και ξεχωρίζει για το πρωτότυπο σχήμα του και την μεγάλη του ποικιλία σε χρώματα και αποχρώσεις
Ισοδύναμα
English
orchid
Παραδείγματα
“※ Περιχύνουν (με χημικό τρόπο φυσικά) τις ορχιδέες που αφθονούν στη Σιγκαπούρη με λεπτή φλούδα χρυσού και τις πουλάνε ως κοσμήματα ονομάζοντας όλη αυτή την διαδικασία και το τελικό προϊόν ως RYSIS.”
“※ Το πήρα με την ευλάβεια που άρμοζε σʼ ένα μπουκέτο σπάνιες ορχιδέες. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο επάνω μου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.